Επιτρεπόμενα Είδη Θήρας
Το σύνολο των θηρευσίμων ειδών στην Ελλάδα, αποτελείται από 5 θηλαστικά και 31 είδη πτηνών, όπως αυτά παρατίθενται παρακάτω.
Μήκος 35–40 cm και βάρος 1,3–2,2 kg. Μοιάζει με το λαγό, αλλά είναι πιο μικρόσωμο και με μικρότερα αυτιά. Έχει κεφάλι ωοειδές/σφαιρικό, τα πίσω πόδια μεγαλύτερα από τα μπροστινά και ουρά πολύ κοντή. Τρίχωμα κοντό και πυκνό, γκριζοκάστανο στο πάνω μέρος του σώματος και πιο ανοιχτό στα πλάγια, με κοιλιά λευκή. Στη χώρα μας απαντάται μόνο σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου.
Μήκος 55–60 cm και βάρος 3–6 kg. Έχει σώμα επίμηκες, κεφάλι ωοειδές και μεγάλο, αυτιά ανασηκωμένα ευκίνητα και πιο μακριά από το μήκος του κεφαλιού. Τα πίσω πόδια είναι μεγαλύτερα από τα μπροστινά και η ουρά είναι πολύ κοντή. Χρωματισμός γκριζοκάστανος με ανάμεικτες μαύρες τρίχες στο πάνω μέρος της ράχης και στα πλευρά και πιο λευκό το κάτω μέρος. Τα αυτιά περιβάλλονται στο άκρο τους από μια στενή μαύρη λωρίδα. Στη χώρα μας απαντάται παντού εκτός από ορισμένα νησιά.
Μήκος 60–95 cm, μήκος ουράς 35–40 cm και βάρος 7–10kg. Σώμα επίμηκες με μακρύ και μυτερό ρύγχος, αυτιά τριγωνικά και όρθια, πόδια κοντά και λεπτά. Ουρά μακριά και φουντωτή. Τρίχωμα μαλακό και πυκνό. Το πάνω μέρος του σώματος έχει χρώμα καστανοκόκκινο ή γκριζοκάστανο και το κάτω γκριζολευκό, ενώ το πίσω μέρος των αυτιών, τα πέλματα και το μπροστινό μέρος των ποδιών είναι μαύρα. Το άκρο της ουράς είναι λευκό και η μουσούδα μαύρη. Στη χώρα μας απαντάται σ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα εκτός της Κρήτης.
Μήκος 110–180 cm και βάρος 100–200 kg. Σώμα ογκώδες, και συμπαγές, κεφάλι επίμηκες που απολήγει σε μουσούδα. Στο πάνω μέρος και στο μέσο του ρύγχους σχηματίζεται μικρή κύρτωση, η οποία αυξάνει με την ηλικία του ζώου. Αυτιά μεγάλα και πάντα όρθια, σκέλη κοντά και ισχυρά. Ουρά μετρίου μεγέθους που στο άκρο της σχηματίζεται τούφα από μακριές τρίχες και είναι πάντα ευθεία. Έχει πυκνό, σκληρό τρίχωμα που το χειμώνα είναι γκριζόμαυρο και το καλοκαίρι γκρίζο. Στο αρσενικό οι κυνόδοντες προεξέχουν της σιαγόνας και φαίνονται χαρακτηριστικά. Τα νεαρά ζώα τους 2-3 πρώτους μήνες της ζωής τους φέρουν χαρακτηριστικές επιμήκεις ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις και απαγορεύεται το κυνήγι τους. Απαντάται σε όλη την ηπειρωτική χώρα και στην Πελοπόννησο καθώς και στη Σάμο και τη Λέσβο.
Μήκος σώματος 40-48 cm, μήκος ουράς 23-25cm και βάρος 1,3–2,3 kg. Σώμα επίμηκες, πόδια κοντά, κεφάλι κοντό τριγωνικό, αυτιά κοντά τριγωνικά και λαιμός μακρύς. Ουρά μακριά και φουντωτή. Χρώμα τριχώματος ανοικτό ή σκούρο καφέ και γκριζολευκό υποτρίχωμα. Κεφάλι πιο ανοιχτού χρώματος.
Κύριο διαγνωστικό στοιχείο ο λευκός χρωματισμός στο μπροστινό μέρος του λαιμού, ο οποίος εκτείνεται στο στήθος και μέχρι το πάνω μισό των μπροστινών ποδιών. Είναι νυκτόβιο είδος και απαντάται σ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα. Η τροφή του αποτελείται από ποντικούς, τυφλοπόντικες, σκίουρους, σαύρες, φίδια, αμφίβια, αυγά και εδαφόβια πτηνά.
Μήκος 33cm. Σώμα στρογγυλό – φουσκωτό. Έχει χαρακτηριστικό μαύρο περιλαίμιο που αρχίζει πάνω από το ράμφος, περιβάλλει τα μάτια, εκτείνεται προς τα πίσω πάνω από τα αυτιά και κατεβαίνει προς το λαιμό. Στο πάνω μέρος προεκτείνεται προς τη βάση του ράμφους και σχηματίζει χαλινάρι. Στα πλευρά έχει 14 μαύρες και άσπρες εναλλασσόμενες ραβδώσεις. Ράμφος και πόδια κόκκινα. Απογειώνεται με θόρυβο. Ζει σε κοπάδια 8 – 20 ατόμων. Η φωνή της είναι ένα αρκετά μελωδικό κακάρισμα. Είδος επιδημητικό, απαντάται μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα πλην της Θράκης.
Πιο βαριά συγκριτικά με την Πετροπέρδικα, με λιγότερες ραβδώσεις στα πλευρά και γκριζωπή απόχρωση στο κάτω μέρος του περιλαίμιου, που λεπταίνει μεταξύ ματιών και ράμφους. Διαφέρει στην έλλειψη του χαλιναριού. Η φωνή της μοιάζει περισσότερο με κακάρισμα κότας παρά Πετροπέρδικας. Ζει σε χαμηλότερο υψόμετρο. Είδος επιδημητικό, απαντάται, σε άγρια κατάσταση, στη Θράκη και στα νησιά του Αιγαίου.
Μήκος 18cm. Ράμφος κοντό και ελαφρώς καμπυλωτό, φτερούγες μακριές και μυτερές. Πόδια, λαιμός και ουρά κοντά. Φτέρωμα γκριζοξανθό με κιτρινωπές και καφέ ραβδώσεις. Πάνω μέρος του κεφαλιού σκούρο – καφέ με λεπτή επιμήκη κιτρινωπή λωρίδα. Παρόμοια λωρίδα υπάρχει στα μάγουλα και από τη βάση του ράμφους, περνά πάνω από το μάτι και εκτείνεται προς τα πίσω μέχρι τη βάση του λαιμού. Κοιλιά καστανή. Στα θηλυκά εμφανίζονται έντονα μαύρα στίγματα στο στήθος. Καμουφλάρεται με επιτυχία. Το μόνο μεταναστευτικό ορνιθόμορφο, ωστόσο πολλά άτομα μένουν στην Ελλάδα όλο το χρόνο. Την εποχή της μετανάστευσης συναντάται σε ομάδες, ενώ τον υπόλοιπο καιρό μοναχικά ή σε ζεύγη.
Μήκος 56-63cm στο μέγεθος μεγαλόσωμης κότας. Το αρσενικό δεν συγχέεται με κανένα άλλο πουλί. Έντονα χρωματισμένο, με σκουροπράσινο κεφάλι και κόκκινα λειριά γύρω από το ράμφος και γενικά καστανόξανθο χρωματισμό, με ποικιλία αποχρώσεων. Το θηλυκό είναι μικρότερο, γκριζοκαφετί, μοιάζει με πεδινή πέρδικα, ξεχωρίζει, όμως, εξαιτίας της μακριάς ουράς του. Απογειώνεται με θόρυβο κακαρίζοντας χαρακτηριστικά. Είδος επιδημητικό.
Μήκος 34 cm. Κοντόχοντρο παρυδάτιο πουλί με στρογγυλευμένες φτερούγες και κρυπτικό χρωματισμό. Χαρακτηριστικό μακρύ ράμφος, μεγάλα μάτια, τοποθετημένα ψηλά στο κεφάλι. Πτήση γρήγορη και χαμηλή, ανάμεσα στα δένδρα, στο μισοσκόταδο ή το βράδυ. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα, αν και ελάχιστα ζευγάρια φωλιάζουν τοπικά.
Μήκος 18cm. Έχει γενικά κρυπτικό χρωματισμό, μικρό λοφίο και άσπρα τα εξωτερικά φτερά της ουράς. Τρέχει με ευκολία στο έδαφος, φρενάροντας χάρη στα μακριά πίσω νύχια της. Πετάει πολύ ψηλά, ανυψώνεται δε κατακόρυφα αφήνοντας ταυτόχρονα χαρακτηριστικό κελάηδημα. Το χειμώνα συναντάται σε μεγάλα κοπάδια σε πεδινές, κυρίως, περιοχές.
Μήκος 41cm. Μεγαλόσωμο περιστεροειδές, με χαρακτηριστική λευκή ράβδωση στις φτερούγες, που φαίνεται από μακριά. Λευκή περιοχή στο λαιμό, περιτριγυρισμένη από μεταλλικό πράσινο. Κάτω μέρος φτερούγων σκούρο. Φωλιάζει σε δένδρα, σπάνια σε βράχια. Είδος επιδημητικό, αλλά μετακινείται ανάλογα με τις τροφικές και καιρικές συνθήκες. Το χειμώνα ο πληθυσμός του στην Ελλάδα αυξάνεται.
Μήκος 33cm. Είναι ο πρόγονος του οικόσιτου περιστεριού, με το οποίο μοιάζει πολύ έχει, όμως, μακρύτερο ράμφος και πιο λεπτό σώμα, χωρίς άσπρα ή παρδαλά φτερά. Δύο μαύρες ραβδώσεις στις φτερούγες φαίνονται από απόσταση, με το κάτω μέρος των φτερούγων άσπρο. Είδος επιδημητικό. Συναντάται σε μικρά, συνήθως, κοπάδια σε βραχώδεις περιοχές με σπηλιές και φαράγγια.
Μήκος 27cm. Μικρόσωμο περιστεροειδές με ασπρόμαυρα χαρακτηριστικά σχήματα στο λαιμό (λείπουν απ’ το ανήλικο), στίγματα στις φτερούγες και ασπρόμαυρη ουρά. Αποδημητικό είδος, έρχεται στη χώρα μας τον Απρίλη, αναπαράγεται και φεύγει για τις θερμότερες χώρες το Σεπτέμβριο για να διαχειμάσει. Συναντάται σε ζευγάρια ή μικρά κοπάδια.
Μήκος 23cm Μοιάζει πολύ με την Δενδρότσιχλα, αλλά είναι μικρότερη και περισσότερο μονόχρωμη. Κάτω μέρος φτερούγας κιτρινωπό. Aπoδημητικό είδος, είναι το πιο κοινό είδος τσίχλας στην Ελλάδα το χειμώνα, οπότε απαντάται σε μεγάλη ποικιλία βιοτόπων.
Μήκος 27 cm. Μεγαλόσωμη τσίχλα με πυκνά στίγματα στο στήθος και την κοιλιά. Πετάει χαρακτηριστικά, πότε φτεροκοπώντας και πότε μισοκλείνοντας τα φτερά και γλιστρώντας. Συναντάται σε μικρά κοπάδια ή μοναχικά. Κάτω μέρος φτερούγας υπόλευκο. Είδος μεταναστευτικό, αναπαράγεται στη Β. Ευρώπη και έρχεται στη χώρα μας το φθινόπωρο για διαχείμαση, αλλά αναπαράγεται και στην Ελλάδα, σε μικρότερους πληθυσμούς.
Μήκος 21cm Η πιο μικρή τσίχλα. Χαρακτηριστικό της είναι τα κόκκινα πλευρά, η κιτρινωπή γραμμή κάτω απ’ το μάτι και το γενικά πολύ σκούρο χρώμα της. Κάτω μέρος φτερούγας κοκκινωπό. Συναντάται σε μικρά ή μεγάλα κοπάδια, συνήθως σε ανοιχτές εκτάσεις, ιδίως σε περιόδους βαρυχειμωνιάς. Είδος μεταναστευτικό, αναπαράγεται στη Β. Ευρώπη και έρχεται στη χώρα μας το φθινόπωρο για διαχείμαση.
Μήκος 25cm. Μεγαλόσωμη τσίχλα με γκρίζο κεφάλι, καφετιά ράχη και μαύρη ουρά. Στην πτήση μοιάζει με την δενδρότσιχλα. Συναντάται σε μικρά κοπάδια. Κελαηδά των ώρα της πτήσης. Είδος μεταναστευτικό, αναπαράγεται στη Β. Ευρώπη και έρχεται στη χώρα μας το φθινόπωρο για διαχείμαση, αν και ελάχιστα ζευγάρια φωλιάζουν και στην Ελλάδα.
Μήκος 25cm. Το αρσενικό είναι κατάμαυρο με κίτρινο ράμφος και μαύρα πόδια, ενώ το θηλυκό και το ανήλικο γενικά σκούρο καφέ με ανοιχτότερο στήθος. Συνήθως συναντάται σε ζεύγη. Κελαηδά πολύ όμορφα καθισμένος σε κάποιο ψηλό σημείο, κλαδί, βράχο ή κτήριο. Είδος επιδημητικό, αλλά το χειμώνα ο πληθυσμός του αυξάνεται σημαντικά.
Μήκος 20cm. Φτέρωμα την άνοιξη και το καλοκαίρι μαύρο και γυαλιστερό, που το χειμώνα γεμίζει με πολυάριθμα λευκά στίγματα. Το μυτερό του ράμφος το χειμώνα είναι φαιόμαυρο, ενώ την άνοιξη κίτρινο. Επιδημητικό στην Ελλάδα, αλλά το χειμώνα ο πληθυσμός του αυξάνεται πολύ σχηματίζοντας τεράστια σμήνη.
Μήκος 21cm. Ουρά μακριά μέχρι 25cm. Φτέρωμα στο κεφάλι, το λαιμό, τη ράχη και τις φτερούγες είναι μαύρο με διαύγεια μπλέ, πράσινου και ιώδους. Μεγάλες λευκές κηλίδες στους ώμους. Κοιλιά λευκή. Πρωτεύοντα φτερά λευκά, δευτερεύοντα, καλυπτήρια φτερούγων και ουρά μεταλλικό πράσινο, μπλέ, πορφυρό. Είδος επιδημητικό. Απαντάται σ’ όλη σχεδόν την Ελλάδα πλην της Κρήτης.
Μήκος 31cm. Γενικός χρωματισμός του φτερώματος μαύρος με εξαίρεση τον αυχένα και την περιοχή των αυτιών, που είναι γκρίζα.
Μήκος 35-40cm. Γενικός χρωματισμός του φτερώματος μαύρος με εξαίρεση τον αυχένα, τη ράχη και την κοιλιά που είναι γκρίζα. Ράμφος γκριζόμαυρο.
Μήκος 35cm. Η μικρότερη αγριόπαπια. Χαρακτηριστικό σχήμα στο κεφάλι, πράσινος ‘‘καθρέπτης’’ και κίτρινο χρώμα κάτω απ’ την ουρά χαρακτηρίζουν το αρσενικό. Το θηλυκό θυμίζει μικρογραφία Πρασινοκέφαλης έχει, όμως, πράσινο καθρέπτη με μαύρο πλαίσιο. Συχνά απαντάται σε μεγάλα, πυκνά κοπάδια. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Μήκος 58cm. Το αρσενικό έχει γυαλιστερό πράσινο κεφάλι, κίτρινο ράμφος, σκούρο καστανό στήθος και ανοιχτό γκρίζο το κάτω μέρος. Το θηλυκό είναι καστανόξανθο χωρίς άλλα ιδιαίτερα χρώματα. Επιδημητικό είδος στη χώρα μας περισσότερο πολυάριθμο τον χειμώνα.
Μήκος 46cm. Το αρσενικό έχει ξανθό μέτωπο, καστανόξανθο κεφάλι, ροδόχρωμο στήθος και άσπρη κοιλιά με μαύρη άκρη. Το θηλυκό μοιάζει με Πρασινοκέφαλη αλλά είναι μικρότερο και με άσπρη κοιλιά. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Μήκος 38cm. Μικρόσωμη αγριόπαπια, λίγο μεγαλύτερη από το Κιρκίρι. Η λευκή ράβδωση πάνω από το μάτι ξεχωρίζει το αρσενικό, ενώ το θηλυκό έχει λευκό πηγούνι. Και στα δύο φύλα χαρακτηριστικό είναι το γαλαζωπό πάνω μέρος της φτερούγας. ‘‘Καθρέπτης’’ πράσινος. Μεταναστευτικό είδος, από και προς την Αφρική, ενώ ελάχιστα πλέον ζευγάρια φωλιάζουν στη χώρα μας.
Μήκος 56cm. Το αρσενικό με το καφετί κεφάλι και τη λεπτή ουρά ξεχωρίζει εύκολα. Το θηλυκό έχει κομψότερο, μακρύτερο σχήμα και λεπτότερη ουρά από τα θηλυκά και άλλων ειδών αγριόπαπιας. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Μήκος 51cm. Το παράξενο κουταλωτό ράμφος, ορατό από απόσταση, ξεχωρίζει και στα δύο φύλα. Το αρσενικό έχει σκουροπράσινο κεφάλι, άσπρο στήθος και έντονα κοκκινοκάστανη κοιλιά. Ο πράσινος ‘‘καθρέπτης’’ ξεχωρίζει επίσης το θηλυκό από τα θηλυκά της Πρασινοκέφαλης. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Μήκος 46cm. Το γυαλιστερό καστανοκόκκινο κεφάλι, το μαύρο στήθος και το γκριζόμαυρο σώμα ξεχωρίζουν τα αρσενικά. Τα θηλυκά είναι γκριζοκάστανα από πάνω, πιο καστανά από κάτω, με ασπρουδερό σχήμα στο πρόσωπο. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα, αλλά λίγα ζευγάρια φωλιάζουν τοπικά.
Μήκος 43cm. Μαύρη ράχη, κεφάλι και στήθος και μακρύ λοφίο χαρακτηριστικά του αρσενικού. Το θηλυκό έχει πολύ μικρό λοφίο και άσπρο στη βάση του ράμφους. Άσπρο το κάτω μέρος της ουράς στα θηλυκά – όχι όμως τόσο καθαρά όσο τα θηλυκά της Μαριλόπαπιας. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Μήκος 55-75cm. Πάνω μέρος γκρίζο και στήθος ανοιχτότερο. Κάτω μέρος της ουράς και πίσω μέρος της κοιλιάς λευκά. Λευκή πλατιά λωρίδα περιβάλλει τη βάση της πάνω σιαγόνας του κοκκινωπού ράμφους. Στην κοιλιά εμφανίζονται στα ενήλικα άτομα έντονοι μαύροι χρωματισμοί ακανόνιστου σχήματος. Πόδια πορτοκαλί. Χειμερινός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Μήκος 33cm. Σκουρόχρωμο νεροπούλι με κόκκινο μέτωπο, λευκή γραμμή στα πλευρά, όρθια ουρά και παράξενα πόδια. Το ανώριμο είναι γκρίζο & καφέ, μπορεί να μπερδευτεί με ανώριμη Φαλαρίδα, ξεχωρίζει όμως από τη λευκή πλευρική γραμμή και την πιο άσπρη ουρά.
Μήκος 38cm. Κοντόχοντρο, σκούρο γκριζόμαυρο πουλί με γυμνό λευκό μέτωπο και ράμφος. Περίεργα χαρακτηριστικά πόδια. Ανώριμο με πιο ανοιχτό γκρίζο-καφέ χρώμα χωρίς λευκό μέτωπο. Απογειώνεται αφού τρέξει πρώτα πάνω στο νερό. Επιδημητικό στην Ελλάδα, αλλά πιο πολυάριθμο το χειμώνα.
Μήκος 30cm. Δύσκολα συγχέεται μ’ άλλο είδος. Χαρακτηριστικό πρασινωπό μεταλλικό χρώμα, λοφίο, πλατιές φτερούγες. Επιδημητικό είδος, αλλά πιο πολυάριθμο το χειμώνα. Συναντάται σε κοπάδια, ιδίως σε περιόδους βαρυχειμωνιάς σε ανοιχτές, πεδινές εκτάσεις συχνά μακριά από υγροτόπους.
Μήκος 27cm. Πετάει χαρακτηριστικά σε κατεύθυνση ‘‘ζιγκ – ζαγκ’’. Ο χρωματισμός του μοιάζει με αυτόν της Μπεκάτσας. Πολύ μακρύ ράμφος, λευκή κοιλιά, ραβδώσεις στη ράχη, και ουρά με λευκές άκρες. Συνήθως συναντάται μοναχικό ή σε μικρές ομάδες. Απογειώνεται αφήνοντας μια μικρή κραυγή.

