Λογοδοσία, ενότητα, θεσμική ευθύνη και καθαρό πλάνο για την επόμενη περίοδο

Με μεγάλη συμμετοχή, ουσιαστικό διάλογο και κλίμα ενότητας πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η Τακτική Γενική Συνέλευση της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος για το έτος 2026, με αντικείμενο τον απολογισμό δράσης, την οικονομική και θεσμική πορεία της Συνομοσπονδίας, τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν το οργανωμένο κυνήγι, καθώς και τις αποφάσεις για την επόμενη περίοδο.

Η Γενική Συνέλευση αποτέλεσε διαδικασία ουσιαστικής λογοδοσίας και προγραμματισμού. Δεν περιορίστηκε σε μια τυπική καταστατική διαδικασία, αλλά ανέδειξε με σαφήνεια ότι το οργανωμένο κυνήγι στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με πολλαπλές προκλήσεις: ευρωπαϊκές πιέσεις για θηρεύσιμα είδη, ζητήματα εφαρμογής της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας, Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες και Προεδρικά Διατάγματα για τις περιοχές Natura 2000, Νόμος «ΑΡΓΟΣ», μεγάλα σαρκοφάγα, Αφρικανική Πανώλη των Χοίρων, οικονομική βιωσιμότητα των Κυνηγετικών Οργανώσεων.

Στην παρουσίαση των πεπραγμένων, ο Πρόεδρος της Κ.Σ.Ε. παρουσίασε αναλυτικά, με αριθμούς και στοιχεία, το έργο της Συνομοσπονδίας κατά την προηγούμενη περίοδο. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη Θηροφυλακή, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο, σταθερό και οργανωμένο επιχειρησιακό μηχανισμό παρουσίας στην ελληνική ύπαιθρο, χρηματοδοτούμενο από τους ίδιους τους κυνηγούς. Παρουσιάστηκαν στοιχεία για τη διαχρονική δράση της, την αξιολόγηση της επιχειρησιακής της απόδοσης.

Παράλληλα, αναδείχθηκε η κεντρική σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης για την υπεράσπιση της θήρας. Η Κ.Σ.Ε. δεν περιορίζεται πλέον σε γενικές διακηρύξεις, αλλά επενδύει σε δεδομένα, τεχνικούς φακέλους, πληθυσμιακές καταγραφές, γεωαναφερμένα στοιχεία κάρπωσης, φαινολογικά δεδομένα και επιστημονικά πρωτόκολλα, ώστε κάθε θέση της απέναντι στην Πολιτεία, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα αρμόδια θεσμικά όργανα να είναι πλήρως τεκμηριωμένη.

Ειδική αναφορά έγινε στο πρόγραμμα KARPOSIS, στην ανάγκη αξιοποίησης των δεδομένων κάρπωσης για την προσαρμοστική διαχείριση, στο πρόγραμμα παρακολούθησης του ορτυκιού, στους φακέλους ειδών που βρίσκονται υπό ευρωπαϊκή πίεση, καθώς και στην διαρκή ανάγκη εθνικών δεδομένων φαινολογίας των θηρευσίμων ειδών ώστε οι ρυθμίσεις θήρας να στηρίζονται στις πραγματικές ελληνικές συνθήκες και όχι σε γενικευμένες ευρωπαϊκές παραδοχές.

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στα μεγάλα ανοικτά θεσμικά ζητήματα. Για τον Νόμο «ΑΡΓΟΣ», επισημάνθηκε ότι, παρά τις μέχρι σήμερα παρεμβάσεις της Κ.Σ.Ε. και τις βελτιώσεις που έχουν επιτευχθεί, παραμένουν σοβαρές εκκρεμότητες που αφορούν τον κυνηγετικό σκύλο, την ερασιτεχνική εκτροφή, την εφαρμογή του DNA και τις δυσανάλογες κυρώσεις εις βάρος των κυνηγών. Η Γενική Συνέλευση κατέστησε σαφές ότι η Κ.Σ.Ε. θα συνεχίσει θεσμικά αλλά αποφασιστικά τη διεκδίκηση οριστικής και δίκαιης λύσης.

Για το ζήτημα του λύκου, παρουσιάστηκε η ανάγκη μετάβασης από την παθητική διαπίστωση προβλημάτων σε ένα πραγματικό εθνικό πλαίσιο διαχείρισης. Τονίστηκε ότι η Κ.Σ.Ε. έχει ήδη καταθέσει τεκμηριωμένες προτάσεις και σχέδιο θεσμικής αντιμετώπισης, με στόχο την παρακολούθηση, την καταγραφή περιστατικών, τη γενετική ταυτοποίηση, την αξιολόγηση κινδύνου και την κλιμακωτή διαχείριση, όπου αυτή τεκμηριώνεται. Η χώρα δεν μπορεί να παραμένει σε καθεστώς διοικητικής αμηχανίας, όταν οι συγκρούσεις με τον λύκο αφορούν πλέον κυνηγετικούς σκύλους, κτηνοτροφία, άγρια πανίδα, προστατευόμενες περιοχές και τοπικές κοινωνίες.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε επίσης στην Αφρικανική Πανώλη των Χοίρων και στη συμβολή των Κυνηγετικών Οργανώσεων στην επιτήρηση, στη συλλογή δειγμάτων, στη λειτουργία συνεργείων και στην αποτροπή οριζόντιων απαγορεύσεων θήρας. Η Κ.Σ.Ε. επανέλαβε ότι η διαχείριση του αγριόχοιρου πρέπει να στηρίζεται σε δεδομένα και όχι σε αποσπασματικές πιέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις ανάγκες ελέγχου της νόσου όσο και την πραγματική κατάσταση των πληθυσμών ανά περιοχή.

Στο μέτωπο των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και των Προεδρικών Διαταγμάτων για το δίκτυο Natura 2000, επισημάνθηκε ότι οι Κυνηγετικές Οργανώσεις δεν αντιτίθενται στην προστασία της φύσης. Αντιτίθενται, όμως, σε οριζόντιες, ατεκμηρίωτες απαγορεύσεις. Η Κ.Σ.Ε. και οι Ομοσπονδίες θα συνεχίσουν να παρεμβαίνουν με επιστημονικά και νομικά δεδομένα πριν τη λήψη των τελικών αποφάσεων.

Στο πλαίσιο της Συνέλευσης έγιναν σημαντικές τοποθετήσεις από μέλη και εκπροσώπους των Κυνηγετικών Ομοσπονδιών, οι οποίες συνέβαλαν ουσιαστικά στον διάλογο, ανέδειξαν προβλήματα από το πεδίο και επιβεβαίωσαν την ανάγκη ενιαίας θεσμικής γραμμής. Οι παρεμβάσεις αυτές απέδειξαν ότι η Γενική Συνέλευση της Κ.Σ.Ε. αποτελεί ζωντανό όργανο διαβούλευσης, λογοδοσίας και συλλογικής απόφασης.

Ιδιαίτερη στιγμή της Γενικής Συνέλευσης αποτέλεσε η αναφορά στη δοκιμασία που αντιμετώπισε η Χίος από τις καταστροφικές πυρκαγιές και στη συνολική στάση του κυνηγετικού κόσμου απέναντι σε ένα δύσκολο τοπικό ζήτημα με σαφές πανελλαδικό ενδιαφέρον. Η περίπτωση της Χίου ανέδειξε, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, το βαθύτερο νόημα της συντονισμένης συνεργασίας μεταξύ Κ.Σ.Ε., Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Αρχιπελάγους, Κυνηγετικού Συλλόγου Χίου και κυρίως των κυνηγών: όταν οι Κυνηγετικές Οργανώσεις λειτουργούν ενωμένες, τεκμηριωμένα και με κοινή θεσμική γραμμή, μπορούν να υπερασπίζονται αποτελεσματικά το κυνήγι ακόμη και στις πιο απαιτητικές συνθήκες.

Η Γενική Συνέλευση έλαβε σοβαρές αποφάσεις για την επόμενη περίοδο. Μεταξύ αυτών, αποφασίσθηκε η υποβολή πρότασης προς το ΥΠΕΝ για αναδιάρθρωση της κατανομής των οικονομικών πόρων που συνδέονται με την έκδοση άδειας θήρας, με στόχο την ενίσχυση της Θηροφυλακής, της επιστημονικής τεκμηρίωσης και των δράσεων που υπηρετούν τη βιωσιμότητα του οργανωμένου κυνηγίου. Η θέση της Κ.Σ.Ε. είναι σαφής: οι πόροι που καταβάλλουν οι κυνηγοί πρέπει να επιστρέφουν με διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στο πεδίο, στη φύλαξη, στην επιστήμη και στην υπεράσπιση της νόμιμης θήρας.

Παράλληλα, αποφασίσθηκε η συνέχιση και κλιμάκωση των θεσμικών παρεμβάσεων για τον Νόμο «ΑΡΓΟΣ», με συναντήσεις σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο και με σαφή προειδοποίηση ότι, εάν δεν υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση, οι Κυνηγετικές Οργανώσεις θα εξετάσουν συντονισμένες κινητοποιήσεις, με οργανωμένη και υπεύθυνη συμμετοχή των Κυνηγετικών Συλλόγων. Η Κ.Σ.Ε. παραμένει θεσμικός συνομιλητής της Πολιτείας, αλλά ταυτόχρονα οφείλει να εκφράζει αποφασιστικά την αγωνία και τη βούληση των κυνηγών.

Οι αρχαιρεσίες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης έδωσαν καθαρή ψήφο εμπιστοσύνης στην απερχόμενη Διοίκηση. Η Γενική Συνέλευση ανανέωσε την εμπιστοσύνη της στη διοικητική συνέχεια της Κ.Σ.Ε., αναγνωρίζοντας το έργο που έχει παραχθεί και τη σταθερή γραμμή υπεράσπισης του κυνηγίου. Η μόνη αλλαγή στη σύνθεση αφορά στη θέση του νέου Συμβούλου, κ. Ευάγγελου Ταρνάρη.

Το μήνυμα της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του 2026 είναι σαφές: η Κ.Σ.Ε. συνεχίζει με ενότητα, διαφάνεια, επιστημονική τεκμηρίωση και επιχειρησιακή παρουσία. Δεν ζητά εξαίρεση του κυνηγίου από την αξιολόγηση. Ζητά η αξιολόγηση να γίνεται με πραγματικά δεδομένα. Ζητά προσαρμοστική, αναλογική και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση.

Το οργανωμένο κυνήγι έχει μέλλον στην Ελλάδα, εφόσον οι Κυνηγετικές Οργανώσεις παραμένουν ενωμένες, θεσμικά σοβαρές, οικονομικά υπεύθυνες, επιστημονικά τεκμηριωμένες και επιχειρησιακά παρούσες στο πεδίο.