Ο πρόεδρος της ΚΣΕ στο «πεδίο μάχης» των Βρυξελλών

Συνάντηση με την Ευρωπαία Επίτροπο Περιβάλλοντος, κα Jessika Roswall είχε ο Πρόεδρος της ΚΣΕ Γιώργος Αραμπατζής, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης της FACE (Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας για το Κυνήγι και τη Διατήρηση) που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου.

Η συνάντηση έδωσε τη δυνατότητα στον Πρόεδρο της ΚΣΕ να παρουσιάσει στην Ευρωπαία Επίτροπο την πραγματικότητα που επικρατεί στην Ελλάδα σε σχέση με το κυνήγι, τη διαχείριση της άγριας πανίδας και τη συμβολή των Κυνηγετικών Οργανώσεων στην προστασία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο κ. Αραμπατζής τόνισε ιδιαίτερα ότι, η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα αυστηρότερα νομικά πλαίσια στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά στον τρόπο άσκησης της θηρευτικής δραστηριότητας, ενώ οι Κυνηγετικές Οργανώσεις της χώρας έχουν επενδύσει διαχρονικά σημαντικούς πόρους στην επιστημονική έρευνα, την παρακολούθηση των πληθυσμών και τη συλλογή δεδομένων, με στόχο η κυνηγετική δραστηριότητα να ασκείται με όρους αειφορίας.

Όπως επισήμανε ο Πρόεδρος της ΚΣΕ, βασική επιδίωξη των ελληνικών Κυνηγετικών Οργανώσεων είναι να διασφαλίζουν ότι, το κυνήγι δεν μπορεί και δεν πρέπει ποτέ να είναι αυτό που θα «φτωχαίνει» τη φύση. Αντίθετα, η άσκησή του οφείλει να βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα, σε συνεχή παρακολούθηση των πληθυσμών και σε διαχειριστικά μέτρα που προσαρμόζονται στις πραγματικές συνθήκες.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης παρουσιάστηκε στην κα Roswall η ελληνική εμπειρία της ελεγχόμενης θήρας και κάρπωσης του τρυγονιού τα τελευταία χρόνια…

Ο κ. Αραμπατζής υπογράμμισε ότι, η ελληνική κυνηγετική πλευρά έχει υποστηρίξει στην πράξη την ανάγκη για επιστημονικά τεκμηριωμένη και προσαρμοστική διαχείριση, όταν αυτή στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και εφαρμόζεται με τρόπο που λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε στην Ευρωπαία Επίτροπο η παρουσίαση του θεσμού της Θηροφυλακής των Κυνηγετικών Οργανώσεων.

Ο Πρόεδρος της ΚΣΕ ενημέρωσε την κα Roswall ότι οι Έλληνες κυνηγοί χρηματοδοτούν εξ ολοκλήρου, με ίδιους πόρους, τη λειτουργία της θηροφυλακής των Κυνηγετικών Οργανώσεων, ενός μηχανισμού που επί δεκαετίες αποτελεί στην Ελλάδα έναν από τους πλέον αξιόπιστους μηχανισμούς αντιμετώπισης της λαθροθηρίας και άλλων παραβατικών δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο.

Η λειτουργία της θηροφυλακής αποτελεί, όπως τονίστηκε, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της έμπρακτης συμβολής των κυνηγών στην προστασία της άγριας πανίδας και στη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.

Στη συνάντηση τέθηκε επίσης από τον Πρόεδρο της ΚΣΕ το ζήτημα της ολοένα αυξανόμενης παρουσίας του λύκου στην ελληνική ύπαιθρο και τα πολύπλευρα προβλήματα που αυτή δημιουργεί.

Ο κ. Αραμπατζής αναφέρθηκε στις επιπτώσεις τόσο για τους κυνηγούς και τους κυνηγετικούς σκύλους τους όσο και για τον κτηνοτροφικό κόσμο, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει ολοένα συχνότερα τις συνέπειες του ολοένα και αυξανόμενου πληθυσμού των λύκων, τόσο στην ύπαιθρο όσο και κοντά σε αστικές ζώνες.

Το ζήτημα των λύκων βρέθηκε, άλλωστε, και στην ευρωπαϊκή ατζέντα της Γενικής Συνέλευσης της FACE, στο πλαίσιο της συζήτησης για το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής διαχείρισης της άγριας πανίδας.

Η συνάντηση της ΚΣΕ με την Ευρωπαία Επίτροπο πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για το ευρωπαϊκό κυνήγι.

Στη Γενική Συνέλευση της FACE, στην οποία συμμετέχουν 37 εθνικές οργανώσεις κυνηγών από ολόκληρη την Ευρώπη, συζητήθηκε εκτενώς το λεγόμενο «stress test» των ευρωπαϊκών Οδηγιών για τα Πτηνά και τους Οικοτόπους,

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι εξελίξεις που αφορούν το ορτύκι, το γκισάρι και το σφυριχτάρι, είδη για τα οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί την προσέγγιση της προσαρμοστικής διαχείρισης της κάρπωσης.

Η εμπειρία του τρυγονιού δείχνει ότι μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικούς περιορισμούς της θήρας, ακόμη και σε απαγορεύσεις, όταν οι ευρωπαϊκές αποφάσεις δεν συνοδεύονται από επαρκή, επικαιροποιημένα και επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα για την πραγματική κατάσταση των πληθυσμών.

Για τις χώρες του Μεσογειακού Νότου, το ζήτημα αυτό αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις των επόμενων ετών.

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η ΚΣΕ, σε συνεργασία με άλλες εθνικές κυνηγετικές οργανώσεις της Ευρώπης, έχει ήδη ξεκινήσει από φέτος συστηματικές έρευνες πεδίου, καθώς και παράλληλη παρακολούθηση και καταμέτρηση των πληθυσμών του ορτυκιού.

Στόχος είναι η συγκέντρωση αξιόπιστων επιστημονικών δεδομένων που θα αποτυπώνουν με ακρίβεια την κατάσταση των πληθυσμών και θα μπορούν να αξιοποιηθούν τεκμηριωμένα στον ευρωπαϊκό διάλογο για το μέλλον της θήρας.

Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη θέση της ΚΣΕ ότι οι αποφάσεις για τη διαχείριση της άγριας πανίδας πρέπει να βασίζονται στην επιστήμη, στα πραγματικά δεδομένα και στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής και όχι σε οριζόντιες προσεγγίσεις.

Η Γενική Συνέλευση της FACE επιβεβαίωσε ότι τα ζητήματα αυτά βρίσκονται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής συζήτησης για το κυνήγι και τη διατήρηση της φύσης. Η ίδια η FACE σημειώνει ότι τα μέλη της συζήτησαν μεταξύ άλλων το «stress test» των Οδηγιών για τα Πτηνά και τους Οικοτόπους, τις επιπτώσεις του για το κυνήγι πτηνών και τα μεγάλα σαρκοφάγα, καθώς και την ανάγκη αποκατάστασης των πληθυσμών μικρού θηράματος στην Ευρώπη.

Για την ΚΣΕ, η παρουσία και η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό διάλογο αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η υπεράσπιση της βιώσιμης θήρας δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε θέσεις αρχής. Απαιτεί επιστημονική τεκμηρίωση, συστηματική παρακολούθηση των πληθυσμών και ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Αυτόν ακριβώς τον δρόμο συνεχίζει να υπηρετεί η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος.